τομέας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τομέας
- toˈme.as
Where it comes from
τομέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τομεύς < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tm̥-n-h₂- < *temh₂- (κόβω)
noun τομέας · τομείς · τομέα · τομέων
- μέρος από ένα έργο, μια δραστηριότητα ή μια υπηρεσία ο τομέας των πιστοδοτήσεων
- μια περιοχή ή ένα επίπεδο σε ένα αφηρημένο χώρο, ένα πεδίο μελέτης, θεματικό πεδίο οι τομείς της φιλοσοφίας
- η επιστημονική ή καλλιτεχνική ειδικότητα κάποιου Δεν το γνωρίζω το θέμα. Δεν είναι ο τομέας μου.
- υποδιαίρεση μιας πόλης ή περιοχής, που εξυπηρετεί την καλύτερη διοίκηση
- διοικητική υποδιαίρεση ενός πανεπιστημιακού τμήματος (συνεκδοχικά) τα διοικητικά μέλη ενός πανεπιστημικαού τμήματος
- το μέρος ενός κύκλου που ορίζεται από δύο ακτίνες και το τόξο που υπάρχει μεταξύ τους
-
το καθένα από τα τέσσερα άνω και κάτω μπροστινά δόντια της οδοντοστοιχίας
Similar: κοπτήρας
- sector: ένα από τα σταθερής χωρητικότητας τμήματα (πχ. 512 bytes) στα οποία χωρίζεται ένας μαγνητικός ή οπτικός δίσκος
In English
Talk about this word "τομέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. τομέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1%CF%82 "τομέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τομέας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}