κοράκι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοράκι
- koˈɾa.ci
Where it comes from
κοράκι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κοράκιον (υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική κόραξ. Συγκρίνετε με το κόρακας.
noun κοράκι
- μαύρο σαρκοφάγο πουλί ≋ ταυτόσημα: κόρακας
- ιδιοκτήτης ή υπάλληλος γραφείου κηδειών
- ανήθικος άνθρωπος που εκμεταλλεύεται ιδιοτελώς τις δυσκολίες των συνανθρώπων του ※ Ώρα 11.50 π.μ., δημοτικό κατάστημα Δήμου Αθηναίων, Αρμοδίου 10. Εδώ κάθε Τετάρτη μεσημέρι από 12.00 ως 14.00 βγαίνουν σε πλειστηριασμό δεκάδες ακίνητα. Ο διάλογος ανήκει σε «νομιζόμενους» υποψήφιους αγοραστές των ακινήτων, τα επονομαζόμενα «κοράκια». Με την έναρξη του πλειστηριασμού ο κάθε ενδιαφε
- η στείρα των πλοίων, των σκαφών και των λέμβων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
In English
Talk about this word "κοράκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. κοράκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "κοράκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοράκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}