κοράκι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοράκι

  • koˈɾa.ci

Where it comes from

κοράκι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κοράκιον (υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική κόραξ. Συγκρίνετε με το κόρακας.

noun κοράκι

  1. πτηνό μαύρο σαρκοφάγο πουλί ≋ ταυτόσημα: κόρακας
  2. figuratively, μεταφορικά ιδιοκτήτης ή υπάλληλος γραφείου κηδειών
  3. figuratively, μεταφορικά ανήθικος άνθρωπος που εκμεταλλεύεται ιδιοτελώς τις δυσκολίες των συνανθρώπων του ※ Ώρα 11.50 π.μ., δημοτικό κατάστημα Δήμου Αθηναίων, Αρμοδίου 10. Εδώ κάθε Τετάρτη μεσημέρι από 12.00 ως 14.00 βγαίνουν σε πλειστηριασμό δεκάδες ακίνητα. Ο διάλογος ανήκει σε «νομιζόμενους» υποψήφιους αγοραστές των ακινήτων, τα επονομαζόμενα «κοράκια». Με την έναρξη του πλειστηριασμού ο κάθε ενδιαφε
  4. idiomatic, ναυτικός όρος, ιδιωματισμός η στείρα των πλοίων, των σκαφών και των λέμβων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

noun κοράκι

  1. υποκοριστικό του κόρη, κορούλα ※ «Μπράβο, κοράκι μου», φώναξε ενθουσιασμένη η Λευτερία, ανακοινώνοντας συγχρόνως και το φύλο του παιδιού - κοράκι, κοριτσάκι
  2. υποκοριστικό του κορίτσι, κοριτσάκι

In English

  • raven any of several, generally large, species of birds in the genus Corvus with lustr
  • corvid member of Corvidae

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοράκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοράκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"κοράκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοράκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}