κόρη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόρη¹

  • ˈko.ɾi

Where it comes from

κόρη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κόρη / κούρη

noun κόρη · κόρες · κόρης · κορών

  1. οικογένεια η θυγατέρα έχει ένα γιο και δυο κόρες
  2. το κορίτσι, η κοπέλα "βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί ..." από τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη
  3. αρχαιολογία το άγαλμα νεαρής γυναίκας της αρχαϊκής εποχής
  4. ανατομία το στρογγυλό άνοιγμα της ίριδας του οφθαλμού έκφραση:κόρη οφθαλμού, «ως κόρην οφθαλμού»

Κόρη²

Where it comes from

Κόρη < κούρος / γενική ενικού του αρσενικού Κόρης

proper noun Κόρη · Kori

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Κόρης)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόρη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κόρη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B7

Chicago

"κόρη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόρη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}