κοροναϊός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοροναϊός

  • ko.ɾo.na.iˈos

Where it comes from

κοροναϊός < κορόνα + ιός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική coronavirus < λατινική corona (κορόνα) + virus. Στη σύνθεση αυτή, διατηρείται η λατινική λέξη. Δείτε κορονοϊός

noun κοροναϊός · κοροναϊοί · κοροναϊού · κοροναϊών · κοροναϊό · κοροναϊούς

  1. βιολογία, επιδημιολογία, κορονοϊός άλλη μορφή του κορονοϊός ※ Πρόκειται για ένα νέο στέλεχος κοροναϊού που διαφέρει από τον SARS-CoV, τον κοροναϊό που προκάλεσε την επιδημία SARS το 2003, αλλά και από τους υπόλοιπους κοροναϊούς που έχουν απομονωθεί μέχρι σήμερα από τον άνθρωπο. Ο νέος κοροναϊός (MERS-CoV) απομονώθηκε για πρώτη φορά από ασθενείς με σοβαρό οξύ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοροναϊός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοροναϊός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CF%8C%CF%82

Chicago

"κοροναϊός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοροναϊός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}