κορωναϊός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κορωναϊός

Where it comes from

κορωναϊός < κορώνα (μή καθιερωμένη γραφή του κορόνα) + ιός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική coronavirus < λατινική corona (κορόνα) + virus. Στη σύνθεση αυτή, διατηρείται η λατινική λέξη. Δείτε και κορονοϊός

noun κορωναϊός · κορωναϊοί · κορωναϊού · κορωναϊών · κορωναϊό · κορωναϊούς

  1. βιολογία, επιδημιολογία, κορονοϊός άλλη γραφή του κοροναϊός, μορφής του κορονοϊός ※ Κορωναϊός: Κάμερες σκανάρουν και στους δρόμους όσους έχουν έστω και λίγο πυρετό (* εφημερίδα Τα Νέα 2020.02.07.)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κορωναϊός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κορωναϊός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CF%8C%CF%82

Chicago

"κορωναϊός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κορωναϊός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}