κουκουλώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κουκουλώνω
Where it comes from
κουκουλώνω < κουκούλα + -ώνω
verb κουκουλώνω · κουκουλώνομαι · κουκούλωνα · θα κουκουλώνω · να κουκουλώνω
- καλύπτω κάτι με κουκούλα
-
σκεπάζω ολοκληρωτικά κάποιον ή κάτι
Similar: μπαμπουλώνω
- συγκαλύπτω μια υπόθεση, ενεργώ ώστε να μην έρθουν στη δημοσιότητα στοιχεία επιβαρυντικά για τους υπεύθυνους
- καταφέρνω με επιτήδειο τρόπο και παντρεύω κάποιον ή (αν πρόκειται για γυναίκα) παντρεύομαι με κάποιον τα κατάφερε αυτή και τον κουκούλωσε
In English
Talk about this word "κουκουλώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κουκουλώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89 "κουκουλώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κουκουλώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}