κουλουβάχατα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κουλουβάχατα

Where it comes from

κουλουβάχατα < αραβική كل (kull, όλα) + واحد (wāḥid, ένα) < πρωτοσημιτική *kull- + *waḥad-

adverb κουλουβάχατα

  1. vulgar, λαϊκότροπο γενική ακαταστασία στα πράγματα κάποιου, είτε κάποια αναστάτωση στις σχέσεις μεταξύ δύο ατόμων ※ ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ καὶ τῆς πληθύος τῶν προσκεκλημένων κατέπεσεν τὸ δάπεδον τοῦ δωματίου καὶ ἱερεύς, νυμφίος, παράνυμφοι καὶ προσκεκλημένοι κατέπεσον φύρδην μίγδυν εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ ἕκαστος δύναται νὰ φαντασθῇ τί κουλουβάχατα ἐγένοντο ἐκεῖ. (Δημήτριος Γουζέλης, Ο Χάσης, 2015)

Similar: άνω κάτω, μαντάρα, αχταρμάς

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"κουλουβάχατα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AC%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κουλουβάχατα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AC%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B1

Chicago

"κουλουβάχατα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AC%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κουλουβάχατα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AC%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}