κουρασμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κουρασμένος
- ku.ɾaˈzme.nos
Where it comes from
κουρασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κουράζομαι
verb κουρασμένος · κουρασμένη · κουρασμένο · κουρασμένου · κουρασμένης
-
που έχει κουραστεί, που νιώθει κούραση
※ Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
Similar: εξαντλημένος, εξουθενωμένος, ξεθεωμένος, καταβεβλημένος, κατάκοπος, κατακουρασμένος, μπουχτισμένος · Opposite: ξεκούραστος
-
που διακρίνεται από έλλειψη πρωτοτυπίας, ή φρεσκάδας
→ χρειάζεται παράθεμα
Opposite: πρωτότυπος, φρέσκος
In English
Talk about this word "κουρασμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κουρασμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "κουρασμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κουρασμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}