πρωτότυπος
Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
πρωτότυπος
- pɾoˈto.ti.pos
यह कहाँ से आया
πρωτότυπος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρωτότυπος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική original, συνώνυμο του prototype. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτό- + -τυπος
विशेषण πρωτότυπος · πρωτότυπη · πρωτότυπο · πρωτότυπου · πρωτότυπης
-
που λέγεται ή γράφεται για πρώτη φορά κι εκφράζει κάτι νέο και διαφορετικό
मिलते-जुलते: νεωτερικός, πρωτοποριακός, καινοφανής · विलोम: κοινότοπος, συνηθισμένος, τετριμμένος
- που δημιουργήθηκε πρώτος και συνιστά τη βάση για όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν
- που δεν επαναλαμβάνει προηγούμενα πρότυπα, αλλά τα λόγια ή οι πράξεις του χαρακτηρίσζονται από νεωτερισμό
अंग्रेज़ी में
इस शब्द पर बात करें "πρωτότυπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. πρωτότυπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82 "πρωτότυπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {πρωτότυπος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}