κοχύλι

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

κοχύλι

De unde vine

κοχύλι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κογχύλιον με αποβολή του [n] πριν από [x] < αρχαία ελληνική κογχύλη < αρχαία ελληνική κόγχη

substantiv κοχύλι · κοχύλια · κοχυλιού · κοχυλιών

  1. το όστρακο που προστατεύει τα μαλάκια ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Ἀλιβάνιστος, [διήγημα], (1903) @papadiamantis.net, (Ὁ Ἀλιβάνιστος στη Βικιθήκη)
  2. figuratively, μεταφορικά αντικείμενο σε σχήμα κοχυλιού ※ 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, Το τραγούδι της αδελφής μου, (1937), στίχ. 244 (236-245)
  3. φαγητό είδος ζυμαρικού ※ Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα).

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"κοχύλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%87%CF%8D%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοχύλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%87%CF%8D%CE%BB%CE%B9

Chicago

"κοχύλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%87%CF%8D%CE%BB%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοχύλι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%87%CF%8D%CE%BB%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}