κράτηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κράτηση

  • ˈkɾa.ti.si

Sounds like κρατήσει

Where it comes from

κράτηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κράτησις < αρχαία ελληνική κρατέω < κράτος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kret- (διορατικότητα, δύναμη)

noun κράτηση · κρατήσεις · κράτησης · κρατήσεων

  1. συγκράτηση
  2. η εξασφάλιση ή η αναγνώριση κατοχής μιας θέσης σε μεταφορικό μέσο, θέατρο κ.λπ., ή ενός δωματίου σε ξενοδοχείο

    Similar: κλείσιμο

  3. νομικός όρος σύλληψη και αναγκαστική παραμονή σε κάποιο χώρο
  4. στρατιωτικός όρος αναγκαστική παραμονή στο στρατόπεδο και στέρηση εξόδου
  5. οικονομία το χρηματικό ποσό που παρακρατείται από τον μισθό ή άλλες απολαβές για τη φορολόγηση, ασφάλιση κ.λπ.

In English

  • reservation arrangement by which something is secured in advance
  • booking reservation for a service

Talk about this word

Cite this
MLA

"κράτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κράτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"κράτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κράτηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}