κράτηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κράτηση
- ˈkɾa.ti.si
Sounds like κρατήσει
Where it comes from
κράτηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κράτησις < αρχαία ελληνική κρατέω < κράτος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kret- (διορατικότητα, δύναμη)
noun κράτηση · κρατήσεις · κράτησης · κρατήσεων
- συγκράτηση
-
η εξασφάλιση ή η αναγνώριση κατοχής μιας θέσης σε μεταφορικό μέσο, θέατρο κ.λπ., ή ενός δωματίου σε ξενοδοχείο
Similar: κλείσιμο
- σύλληψη και αναγκαστική παραμονή σε κάποιο χώρο
- αναγκαστική παραμονή στο στρατόπεδο και στέρηση εξόδου
- το χρηματικό ποσό που παρακρατείται από τον μισθό ή άλλες απολαβές για τη φορολόγηση, ασφάλιση κ.λπ.
In English
- reservation arrangement by which something is secured in advance
- booking reservation for a service
Talk about this word "κράτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κράτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7 "κράτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κράτηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}