κρίσιμος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρίσιμος

  • ˈkɾi.si.mos

Where it comes from

κρίσιμος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα κρίσιμος < αρχαία ελληνική κρίσιμος (κρίσιμη μέρα μιας αρρώστιας), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική critique, αγγλική critical. Μορφολογικά αναλύεται σε κρίσ- + -ιμος.

adjective κρίσιμος · κρίσιμη · κρίσιμο · κρίσιμου · κρίσιμης

  1. που θα κρίνει, που θα έχει δηλαδή αποφασιστικό χαρακτήρα για την εξέλιξη ή την κατάληξη μιας υπόθεσης Η σημερινή ψηφοφορία είναι κρίσιμη για το μέλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

    Similar: καθοριστικός

  2. figuratively, συνεκδοχικά που εμπεριέχει κίνδυνο Η θεραπεία βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο.

    Similar: ανησυχητικός, επικίνδυνος, σοβαρός

  3. φυσική οριακή τιμή φυσικού μεγέθους στην οποία συντελείται απότομη μεταβολή των ιδιοτήτων ενός σώματος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρίσιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κρίσιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"κρίσιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρίσιμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}