κρατήρας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρατήρας¹
- kɾaˈti.ɾas
Where it comes from
κρατήρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρατήρ
noun κρατήρας · κρατήρες · κρατήρα · κρατήρων
- αρχαίο αγγείο μεγάλου μεγέθους, με δύο χερούλια, μέσα στο οποίο αναμείγνυαν το κρασί και το νερό
- στόμιο ενός ηφαιστείου, συνήθως στο πάνω μέρος του, από το οποίο βγαίνουν καπνοί, λάβα, στάχτες, κ.α.
- μεγάλη φυσική οπή στο έδαφος ο μετεωρίτης άνοιξε μεγάλο κρατήρα
Κρατήρας²
Where it comes from
Κρατήρας < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κρατήρας · Κρατήρα · Kratiras
- ανδρικό επώνυμο
In English
- crater astronomy: hemispherical pit
Talk about this word "κρατήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κρατήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82 "κρατήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρατήρας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}