κρατώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρατώ

Where it comes from

κρατώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρατῶ, συνηρημένος τύπος του κρατέω < κράτος

verb κρατώ · κρατάω · κράτησα · κρατιέμαι · κρατούμαι · κρατήθηκα

  1. έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ κρατάω το σχοινί
  2. figuratively, μεταφορικά αντέχω, υπομένω, δείχνω δύναμη, διαρκώ κράτα γερά, γιατί έχεις πολλή ανηφόρα μπροστά σου
  3. διαρκώ πόσο κράτησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος;
  4. κατάγομαι η οικογένεια μου κρατάει απ' την Κωνσταντινούπολη
  5. επικρατώ, κυριαρχώ αυτός που κρατεί επί πάντων (ο Θεός)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρατώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κρατώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E

Chicago

"κρατώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρατώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}