κρατώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρατώ
Where it comes from
κρατώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρατῶ, συνηρημένος τύπος του κρατέω < κράτος
verb κρατώ · κρατάω · κράτησα · κρατιέμαι · κρατούμαι · κρατήθηκα
- έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ κρατάω το σχοινί
- αντέχω, υπομένω, δείχνω δύναμη, διαρκώ κράτα γερά, γιατί έχεις πολλή ανηφόρα μπροστά σου
- διαρκώ πόσο κράτησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος;
- κατάγομαι η οικογένεια μου κρατάει απ' την Κωνσταντινούπολη
- επικρατώ, κυριαρχώ αυτός που κρατεί επί πάντων (ο Θεός)
In English
Talk about this word "κρατώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. κρατώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E "κρατώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρατώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}