κριτική

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κριτική

  • kɾi.tiˈci

Where it comes from

κριτική < → λείπει η ετυμολογία

noun κριτική · κριτικές · κριτικής · κριτικών

  1. η διατύπωση κρίσεων, η υποκειμενική άποψη ενός ατόμου για οποιοδήποτε θέμα, συνήθως ανάλογα με την προσωπική εμπειρία του θεατρική κριτική, κριτική κινηματογράφου
  2. η διατύπωση αρνητικών κρίσεων ※ Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμ
  3. φιλολογική κριτική και/ή κριτική κειμένου: η φιλολογική εργασία που αποσκοπεί, μέσα από τη σύγκριση διαφορετικών αντιγράφων του ίδιου κειμένου, στο να ανασυγκροτήσει το αυθεντικό κείμενο

Similar: αξιολόγηση, σχολιασμός

adjective κριτική · κριτικές · κριτικής · κριτικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κριτικός

Thesaurus

In English

  • criticism act of criticising
  • critique essay in which another piece of work is criticised, reviewed

Talk about this word

Cite this
MLA

"κριτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κριτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"κριτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κριτική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}