κρύσταλλο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρύσταλλο
- ˈkɾi.sta.lo
Where it comes from
κρύσταλλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρύσταλλον < ελληνιστική κοινή κρύσταλλον < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρύσταλλος με μεταπλασμό σε ουδέτερo. Συγκρίνετε με το κρύσταλλος.
:* για γυάλινα αντικείμενα < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cristal < αρχαία ελληνική κρύσταλλος
noun κρύσταλλο · κρύσταλλα · κρύσταλλου · κρυστάλλου · κρύσταλλων · κρυστάλλων
- γυαλί καλής ποιότητας με το οποίο κατασκευάζονται διάφορα αντικείμενα
- αντικείμενο από κρύσταλλο ※ Μονάχα μια βιβλιοθήκη του πατέρα του κράτηξε ο Κοσμάς και ένα σκρίνιο, που 'βανε η μακαρίτισσα η μάνα του τις πορσελάνες και τα κρύσταλλά της. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, Εκδόσεις Ιωλκός, 2015 https://books.google.gr/books?id=7G56BwAAQBAJ&lpg=PA100&dq=%CF%83%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B
- οτιδήποτε ξεχωρίζει για την καθαρότητα και την λάμψη του
- πάγος που κρέμεται από ψηλά σαν μικρός σταλακτίτης ≈ συνώνυμα: παγοκρύσταλλος
noun κρύσταλλο · κρύσταλλα · κρύσταλλου · κρυστάλλου · κρύσταλλων · κρυστάλλων
- αιτιατική ενικού του κρύσταλλος
In English
- crystal mineral
Talk about this word "κρύσταλλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κρύσταλλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF "κρύσταλλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρύσταλλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}