κυβέρνηση
Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
κυβέρνηση
- ciˈveɾ.ni.si
यह कहाँ से आया
κυβέρνηση (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυβέρνη(σις) (κυβέρνηση πλοίου, διοίκηση πόλης) + -ση (<κυβερνάω) & σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική governo
संज्ञा κυβέρνηση · κυβερνήσεις · κυβέρνησης · κυβερνήσεων
- η εκτελεστική εξουσία ενός κράτους και το σύνολο των προσώπων που την ασκούν Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος.
मिलते-जुलते: γκουβέρνο, λαϊκότροπο
पर्यायवाची और विलोम
संज्ञा
मिलते-जुलते: γκουβέρνο, λαϊκότροπο
अंग्रेज़ी में
- government body with the power to make and/or enforce laws
- ministry complete body of government ministers
इस शब्द पर बात करें "κυβέρνηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κυβέρνηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7 "κυβέρνηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {κυβέρνηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}