κωλοτούμπα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κωλοτούμπα

  • ko.loˈtum.ba

Where it comes from

κωλοτούμπα < κωλο- + τούμπα

noun κωλοτούμπα · κωλοτούμπες · κωλοτούμπας

  1. τούμπα η οποία πραγματοποιείται με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω ※ Αν κουράστηκες να ακούς τις φωνές της μάνας σου, επειδή αποχαυνώνεσαι παρακολουθώντας ανθρώπινα θηρία να παλεύουν μέσα σε ρινγκ... Αν θέλεις να καθησυχάσεις τον πατέρα σου, που ανησυχεί επειδή γουστάρεις να βλέπεις ιδρωμένους, βασταγερούς και σφίχτερ τύπους να κάνουν κωλοτούμπες... Αν θέλεις να βρ

    Similar: κυβίστηση, τούμπα

  2. figuratively, μεταφορικά υπαναχώρηση από τις αρχικές απόψεις ή θέσεις, πλήρης μεταστροφή σε σχέση με όσα πριν υποστήριζε κάποιος
  3. especially, ειδικότερα, πολιτική για τη σημασία όπως το 2015 στην ελληνική πολιτική αγγλικά kolotoumba, γερμανικά Kolotoumba

Talk about this word

Cite this
MLA

"κωλοτούμπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κωλοτούμπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1

Chicago

"κωλοτούμπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κωλοτούμπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}