믹윈

τούμπα

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

τούμπα¹

  • ˈtum.ba
  • ˈtu.ba

어원

τούμπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τούμπα < λατινική tumba < αρχαία ελληνική τύμβος (αντιδάνειο)

명사 τούμπα · τούμπες · τούμπας

  1. μικρό ύψωμα, μερικών μέτρων, που προέκυψε από συσσώρευση χωμάτων Ξεκίνησαν οι ανασκαφές στην μεγάλη τούμπα.

    비슷한 말: λοφίσκος, λόφος, τύμβος

  2. αναποδογύρισμα του σώματος το αυτοκίνητο έκανε τρεις τούμπες, όμως οι επιβάτες δεν έπαθαν τίποτα!

    비슷한 말: κωλοτούμπα, κουλουμούντρα, κουτρουβάλα, τακλάς, κυβίστηση

  3. πλήρης περιστροφή οποιουδήποτε αντικειμένου

명사 τούμπα · τούμπες · τούμπας

  1. μουσικό όργανο πνευστό μουσικό όργανο, που καλύπτει τη βαθύτερη περιοχή στα χάλκινα πνευστά

Τούμπα²

  • ˈtu(m).ba

어원

Τούμπα < → δείτε τη λέξη τούμπα

고유 명사 Τούμπα

  1. ιστορία περιοχή στην παλιά ελληνική συνοικία Ταταύλα (σημερινό Κουρτουλούς) της Κωνσταντινούπολης ※ Τα Ταταύλα είναι χτισμένα πάνω σε λόφο, και στην κορφή του λόφου είναι η Τούμπα. Πάνω στην Τούμπα […] είναι δυο μεγάλα κέντρα: η Ακρόπολις και το Αραράτ. Καλοκαιρικά καφενεία, όπου μαζεύονται οι Ταταυλιανοί ν' ακούσουνε τους κανταδόρους να τραγουδούν τα τραγούδια της εποχής (Μαρία Ιορδανίδου, Λωξά
  2. προσφυγική συνοικία της Θεσσαλονίκης
  3. το γήπεδο ποδοσφαίρου της ομάδας ΠΑΟΚ που βρίσκεται στην ομώνυμη συνοικία της Θεσσαλονίκης
  4. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

고유 명사 Τούμπα · Toumpa

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τούμπας

고유 명사 Τούμπα

  1. genitive, singular γενική ενικού του Τούμπας

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"τούμπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τούμπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1

Chicago

"τούμπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τούμπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}