κόκαλο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόκαλο

Where it comes from

κόκαλο (ορθογραφική απλοποίηση) < μεσαιωνική ελληνική κόκκαλον < αρχαία ελληνική κόκκαλος (αρσενικό· έγινε ουδέτερο κατά το ὀστοῦν)

noun κόκαλο · κόκαλα · κόκαλου · κοκάλου · κόκαλων · κοκάλων

  1. colloquial, καθομιλουμένη κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών

    Similar: οστό

  2. αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας

    Similar: αναβατήρας υποδημάτων, κόκκαλο

  3. plural normally, slang, αργκό, συνήθως στον πληθυντικό τα ζάρια σαν αντικείμενο και σαν τυχερό παιχνίδι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόκαλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κόκαλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF

Chicago

"κόκαλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόκαλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}