κόκαλο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόκαλο
Where it comes from
κόκαλο (ορθογραφική απλοποίηση) < μεσαιωνική ελληνική κόκκαλον < αρχαία ελληνική κόκκαλος (αρσενικό· έγινε ουδέτερο κατά το ὀστοῦν)
noun κόκαλο · κόκαλα · κόκαλου · κοκάλου · κόκαλων · κοκάλων
-
κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών
Similar: οστό
-
αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας
Similar: αναβατήρας υποδημάτων, κόκκαλο
- τα ζάρια σαν αντικείμενο και σαν τυχερό παιχνίδι
In English
Talk about this word "κόκαλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κόκαλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF "κόκαλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόκαλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}