κόκκαλο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόκκαλο
Where it comes from
κόκκαλο < μεσαιωνική ελληνική κόκκαλον < αρχαία ελληνική ὁ κόκκαλος (μετατράπηκε σε ουδέτερο επειδή ήταν ουδέτερο το ὀστοῦν)
noun κόκκαλο · κόκκαλα · κόκκαλου · κόκκαλων
- άλλη γραφή του κόκαλο ※ Η ελιά είναι ο σβέρκος ή αλλιώς ο λαιμός του βόειου. Αρκετά λιπαρό και μαλακό κομμάτι το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς κόκκαλο, σε σιγανή φωτιά (από ιστοσελίδα σουπερμάρκετ, ανάκτηση στις 9/3/2026)
Talk about this word "κόκκαλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κόκκαλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF "κόκκαλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόκκαλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}