κόκκινο
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
κόκκινο¹
- ˈko.ci.no
它从哪里来
κόκκινο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κόκκινος
名词 κόκκινο · κόκκινα · κόκκινου · κόκκινων
- ένα χρώμα, το χρώμα της φωτιάς, του αίματος, της παπαρούνας κόκκινο (χρώμα):
- σταμάτα! ≈ συνώνυμα: Σταμάτης
- καυτό
- λέγεται σε παιχνίδι αναζήτησης, όταν ο παίχτης πλησιάζει σε κάτι
形容词 κόκκινο · κόκκινα · κόκκινου · κόκκινων
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κόκκινος
Κόκκινο²
- ˈko.ci.no
它从哪里来
Κόκκινο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κόκκινος
专有名词 Κόκκινο · Κόκκινα · Κόκκινου · Κόκκινων
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
英语
- red colour
讨论这个词 "κόκκινο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κόκκινο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF "κόκκινο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {κόκκινο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}