κόλλα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόλλα¹

  • ˈko.la

Where it comes from

κόλλα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κόλλα

noun κόλλα

  1. η παχύρρευστη ουσία που χρησιμοποιείται για να κολλήσουν στέρεα μεταξύ τους δύο σώματα

    Similar: γόμα, γόμμα, κόμμι

  2. ένα φύλλο χαρτιού για γράψιμο ※ Το περιεχόμενο δεν ήταν μια συνηθισμένη κόλλα χαρτί αλλά μια κάρτα λευκή γλασέ κάπως μεγαλούτσικη (Κυριάκος Ι. Διακογιάννης, Οι σαρκοφάγοι του Ελληνισμού, εκδ. Γ. Λαδια, 1979, σελ. 274)
  3. dated, παρωχημένο ουσία, συνήθως μίγμα νερού με αλεύρι ή ζάχαρη, που χρησιμοποιείται για να παραμείνει σκληρό και σιδερωμένο το τμήμα ή ολόκληρο το ρούχο

noun κόλλα

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλλο & άλλη γραφή του κόλα

verb κόλλα

  1. β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του κολλάω / κολλώ εναλλακτικά: κόλλαγε
  2. β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του κολλάω / κολλώ εναλλακτικά: κόλλησε

Κόλλα²

Where it comes from

Κόλλα < γενική του αρσενικού Κόλλας

proper noun Κόλλα · Kolla

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κόλλας

In English

  • paste an adhesive paste
  • glue sticky adhesive substance

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόλλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κόλλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CE%B1

Chicago

"κόλλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόλλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}