κόλπος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόλπος¹
- ˈkol.pos
Where it comes from
κόλπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόλπος
noun κόλπος
-
σχηματισμός της ακτογραμμής, η κοιλότητα που η θάλασσα εισδύει στην ξηρά
Η Θεσσαλονίκη είναι χτισμένη στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου.
Similar: κόρφος
- η αγκαλιά, ο κόρφος, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος
- : το εσωτερικό ενός οργανισμού, μιας ομάδας, το άμεσο περιβάλλον Η οικογένεια τον ξαναδέχτηκε στους κόλπους της.
- εσωτερική κοιλότητα του σώματος, κυρίως, της καρδιάς αριστερός κόλπος της καρδιάς
- η κοιλότητα των γυναικείων γεννητικών οργάνων, μεταξύ της μήτρας και του αιδοίου
noun κόλπος
- εγκεφαλικό, αποπληξία, συμφόρηση
- ταραχή από μεγάλη έκπληξη, ξάφνιασμα Του ήρθε κόλπος όταν άκουσε τα νέα.
Κόλπος²
Where it comes from
Κόλπος: εννοείται το επίθετο περσικός ή αραβικός
proper noun Κόλπος · Κόλπου · Κόλπο · Κόλπε
- ο Περσικός Κόλπος ή Αραβικός Κόλπος ο πόλεμος του Κόλπου του 1990-91 ( Πόλεμος του Κόλπου στη Βικιπαίδεια )
In English
Talk about this word "κόλπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κόλπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%82 "κόλπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόλπος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}