κόλπος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόλπος¹

  • ˈkol.pos

Where it comes from

κόλπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόλπος

noun κόλπος

  1. γεωγραφία σχηματισμός της ακτογραμμής, η κοιλότητα που η θάλασσα εισδύει στην ξηρά Η Θεσσαλονίκη είναι χτισμένη στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου.

    Similar: κόρφος

  2. η αγκαλιά, ο κόρφος, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος
  3. figuratively, plural, μεταφορικά, στον πληθυντικό : το εσωτερικό ενός οργανισμού, μιας ομάδας, το άμεσο περιβάλλον Η οικογένεια τον ξαναδέχτηκε στους κόλπους της.
  4. ανατομία εσωτερική κοιλότητα του σώματος, κυρίως, της καρδιάς αριστερός κόλπος της καρδιάς
  5. γυναικολογία η κοιλότητα των γυναικείων γεννητικών οργάνων, μεταξύ της μήτρας και του αιδοίου

noun κόλπος

  1. εγκεφαλικό, αποπληξία, συμφόρηση
  2. ταραχή από μεγάλη έκπληξη, ξάφνιασμα Του ήρθε κόλπος όταν άκουσε τα νέα.

Κόλπος²

Where it comes from

Κόλπος: εννοείται το επίθετο περσικός ή αραβικός

proper noun Κόλπος · Κόλπου · Κόλπο · Κόλπε

  1. κόλπος ο Περσικός Κόλπος ή Αραβικός Κόλπος ο πόλεμος του Κόλπου του 1990-91 ( Πόλεμος του Κόλπου στη Βικιπαίδεια )

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόλπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κόλπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"κόλπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόλπος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}