κόμβος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόμβος¹

  • ˈkoɱ.vos

Where it comes from

κόμβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόμβος "αγκράφα, ταινία" (που προφερόταν με [mb] όπως κόμπος)

: για τις συγκοινωνίες: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική noed (nœud)

: για τον ναυτικό κόμβο: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική knot

noun κόμβος · κόμβοι · κόμβου · κόμβων · κόμβο · κόμβους

  1. σημείο συνάντησης ή συνένωσης
  2. συγκοινωνίες σημείο εκκίνησης ή συνάντησης συγκοινωνιακών γραμμών
  3. φυσική το σημείο ενός κυκλώματος, στο οποίο συναντιούνται τουλάχιστον τρεις ρευματοφόροι αγωγοί
  4. ναυτικός όρος μονάδα μέτρησης ταχύτητας πλοίου, ίση με ένα ναυτικό μίλι την ώρα. Επίσης, χρησιμοποιείται ως μονάδα μέτρησης και για τα αεροπλάνα
  5. πληροφορική , (για σύστημα υπερκειμένων) η σελίδα (το ηλεκτρονικό έγγραφο) ή μέρος αυτής (ένα αυτοτελές κείμενο), που φέρει τους υπερσυνδέσμους (hyperlinks)
  6. δίκτυο υπολογιστών node: υπολογιστής, άλλη συσκευή συνδεδεμένη σε δίκτυο ή ακόμη και ένα υποδίκτυο (πχ. ένα τοπικό ή οικιακό δίκτυο συνδεόμενο με παροχέα ίντερνετ - ISP), που οπωσδήποτε έχει τουλάχιστον μία διεύθυνση IP από όπου και ταυτοποιείται ※ Μία πολύ σημαντική έννοια στον τομέα στον δικτύων, είναι αυτή του κόμβου. Κόμβοι (nodes) σε ένα δίκτυο, είναι οποιαδήποτε συσκευή η οποία είναι διασυνδεδεμένη σε αυτό και συμμετέχει στις διαδικασίες αποστολής, λήψης, αναμετάδοσης δεδομένων.

Κόμβος²

Where it comes from

Κόμβος < κόμβος

proper noun Κόμβος · Komvos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • trunk telecommunications line
  • knot nautical unit of speed
  • hub point where many routes meet
  • node astronomy: where the orbit of a planet intersects the ecliptic
  • roundabout road junction at which traffic streams circularly around a central island

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόμβος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κόμβος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82

Chicago

"κόμβος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόμβος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}