κόρνα
Ελληνικά
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
κόρνα
- ˈkoɾ.na
Nó đến từ đâu
κόρνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική corne + -α ή (άμεσο δάνειο) ιταλική corna, και τα δύο < δημώδης λατινική*corna < λατινική cornua, πληθυντικός τουcornu
danh từ κόρνα
- ηχητικό όργανο οχημάτων που χρησιμοποιείται για προειδοποιητικούς λόγους -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
- το κορνάρισμα
danh từ κόρνα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρνο
Bằng tiếng Anh
Trò chuyện về từ này "κόρνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. κόρνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B1 "κόρνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B1.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {κόρνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}