κύμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κύμα

  • ˈci.ma

Where it comes from

κύμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κῦμα < πρωτοελληνική *kūmə < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewh₁- (φουσκώνω)

noun κύμα · κύματα · κύματος · κυμάτων

  1. η μάζα νερού η οποία ανυψώνεται και χαμηλώνει σε συνεχείς, διαδοχικούς σχηματισμούς στην επιφάνεια της θάλασσας, μιας λίμνης κ.λπ. από την επίδραση δυνατού ανέμου ή άλλου παράγοντα ※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Η ζωή του Χριστού, ΙΣΤ'. Παραβολές, αρχική έκδοση: Τυπογραφείο της Εστίας, Αθήνα 1925.
  2. figuratively, συνεκδοχικά στην ακρογιαλιά χτίζει σπίτι πάνω στο κύμα
  3. οτιδήποτε μοιάζει με το κύμα στη μορφή ή την κίνηση κύματα λάβας / άμμου / ανθρώπων / πιθανοτήτων
  4. figuratively, μεταφορικά κάθε φαινόμενο ή τάση στη φύση ή την κοινωνία που εκδηλώνεται μαζικά και με ένταση κύματα ενθουσιασμού / βίας / ιδιωτικοποιήσεων / μετανάστευσης
  5. φυσική κινούμενη διαταραχή της ενεργειακής στάθμης ενός πεδίου

In English

  • wave moving disturbance, undulation

Talk about this word

Cite this
MLA

"κύμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κύμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BC%CE%B1

Chicago

"κύμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κύμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}