κύρια

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κύρια¹

  • ˈci.ɾi.a

Sounds like κυρία, κηρία

Where it comes from

κύρια < κύρι(ος) + -α. Συγκρίνετε με το κυρίως.

adverb κύρια

  1. σπανιότερα από το, κυρίως με κύριο τρόπο Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον πρόεδρο, αλλά κύρια θέλω να εκφράσω τη βαθιά ευγνωμοσύνη μου σε όλους τους υπαλλήλους που εργάστηκαν ακάματα γι' αυτήν τη μεγάλη επιτυχία.

    Similar: βασικά, κυρίως

adjective κύρια

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κύριος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κύριο) του κύριος

Κύρια²

Where it comes from

Κύρια < γενική ενικού του αρσενικού Κύριας

proper noun Κύρια · Κύριας · Kyria

  1. γυναικείο επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"κύρια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κύρια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1

Chicago

"κύρια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κύρια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}