κώλο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κώλο
- ˈko.lo
Sounds like κολλώ
Where it comes from
κώλο < κώλ(ον) + -ο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κῶλον
noun κώλο
- τμήμα περιόδου με αυτοτελές νόημα· βρίσκεται ανάμεσα σε τελείες (άνω τελείες ή/και τελείες)
- τμήμα του στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες
- τμήμα του σώματος ανθρώπου ή ζώου· κυρίως τα άκρα τα άνω κώλα
- μονόπλοκο σκοινί που μαζί άλλα συστρέφονται φτιάχνοντας ένα παχύτερο, πιο γερό
noun κώλο
- αιτιατική ενικού του κώλος
Talk about this word "κώλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κώλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF "κώλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κώλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}