λαιμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λαιμός¹
- leˈmos
Where it comes from
λαιμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαιμός
noun λαιμός · λαιμοί · λαιμά · λαιμού · λαιμών
- μέρος του σώματος που συνδέει το κεφάλι με το κυρίως σώμα ※ Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- το μπροστινό εσωτερικό μέρος του τμήματος αυτού που περιλαμβάνει το λάρυγγα και τον φάρυγγα
- το τμήμα οποιουδήποτε ρούχου που βρίσκεται στην περιοχή γύρω από το λαιμό ή στην άκρη του
- οτιδήποτε μοιάζει με λαιμό, το τμήμα οποιουδήποτε αντικειμένου στο σημείο που στενεύει και βρίσκεται κοντά στη μία άκρη του
- ισθμός μικρής χερσονήσου, το πάνω άκρο της στήλης ιστού των ιστιοφόρων
Similar: αυχένας, σβέρκος, γούλα, τράχηλος, λόγιο, Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Λαιμός²
- leˈmos
Where it comes from
Λαιμός < λαιμός
proper noun Λαιμός · Λαιμοί · Λαιμού · Λαιμών · Λαιμό · Λαιμούς
- συνοικία της Βουλιαγμένης
- χωριό της Φλώρινας
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Λαιμού)
Thesaurus
In English
Talk about this word "λαιμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λαιμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%82 "λαιμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λαιμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}