λαμόγιο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λαμόγιο

  • laˈmo.ʝo

Where it comes from

λαμόγιο < → λείπει η ετυμολογία

noun λαμόγιο · λαμόγια · λαμόγιου · λαμόγιων

  1. offensive, μειωτικό απατεώνας, που υποκρίνεται τον αγοραστή για να προσελκύσει πελάτες για χάρη κάποιου άλλου· που επωφελείται εξαπατώντας κι έπειτα αποχωρεί. Η πράξη στο σύνολό της αποκαλείται λαμογιά ※ Ο Τσιφόρος ονόμαζε λαμόγια τους αβανταδόρους, αυτούς τους συνεργάτες των παπατζήδων, που με το δήθεν επιτυχημένο ποντάρισμά τους στο παιχνίδι προσέλκυαν τα κορόιδα, για να τα ξαλαφρώσει ο παπατζής από τα λεφτουδάκια τους. (Λαμόγιο, Η εφημερίδα των συντακτών, 11/05/2019, https://www.efsyn.gr/niside

Similar: αβανταδόρος, απατεώνας, καιροσκόπος

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"λαμόγιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λαμόγιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF

Chicago

"λαμόγιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λαμόγιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}