λαϊκή αγορά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λαϊκή αγορά

  • la.iˈci a.ɣoˈɾa

Where it comes from

λαϊκή αγορά < → δείτε τις λέξεις λαϊκός και αγορά

noun λαϊκή αγορά · λαϊκές αγορές · λαϊκής αγοράς · λαϊκών αγορών

  1. περιοδική και συνήθως υπαίθρια αγορά, όπου τα προϊόντα πωλούνται κυρίως από τους ίδιους τους παραγωγούς σε χαμηλές τιμές ※ Την πριμοδότηση των νέων και πτυχιούχων με περισσότερα μόρια για τη διεκδίκηση μιας θέσης πωλητή σε λαϊκές αγορές προβλέπει το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων για το υπαίθριο εμπόριο, το οποίο κατατέθηκε χθες το πρωί στη Βουλή.

Similar: παζάρι

Thesaurus

noun

Similar: παζάρι

In English

  • flea market an outdoor market selling inexpensive antiques, curios

Talk about this word

Cite this
MLA

"λαϊκή αγορά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE%20%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λαϊκή αγορά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE%20%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC

Chicago

"λαϊκή αγορά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE%20%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λαϊκή αγορά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE%20%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}