λειτουργός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λειτουργός

Where it comes from

λειτουργός < αρχαία ελληνική λειτουργός < λήϊτον (< λαός, λεώς) + ἔργον

noun λειτουργός · λειτουργοί · λειτουργού · λειτουργών · λειτουργό · λειτουργούς

  1. ο επαγγελματίας, αυτός που επιτελεί ένα δημόσιο λειτούργημα (δηλαδή: επάγγελμα), που προσφέρει επαγγελματικά ένα έργο μεγάλης αξίας για το κοινωνικό σύνολο ※ Ζουν βασιζόμενοι στην διαφθορά και την ρεμούλα των δημοσίων λειτουργών και γενικά αποτελούν με την συμπεριφορά τους κακό παράδειγμα για τους πολίτες και τα παιδιά. (Αντώνιος Περιπατητής, Χοές, 2019, σελ. 80)
  2. especially, ειδικότερα αυτός που έχει αυτονομία κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματός του, πχ ο δικαστικός ή ο πανεπιστημιακός δάσκαλος
  3. θρησκεία ο ιερέας ο λειτουργός του Ύψιστου/των Ύψιστων

In English

  • functionary a person employed as an official in a bureaucracy

Talk about this word

Cite this
MLA

"λειτουργός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λειτουργός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82

Chicago

"λειτουργός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λειτουργός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}