믹윈

λελογισμένος

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

λελογισμένος

  • le.lo.ʝiˈzme.nos

어원

λελογισμένος: μετοχή παρακειμένου του ρήματος λογίζομαι, όπως στην ελληνιστική κοινή λελογισμένος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική modéré

동사 λελογισμένος · λελογισμένη · λελογισμένο · λελογισμένου · λελογισμένης

  1. που γίνεται με λογική σκέψη, λογικός, όχι υπέρμετρος Το υπουργείο υγείας καλεί σε λελογισμένη χρήση των αντιβιοτικών.
  2. χωρίς πολλά έξοδα, χωρίς υπερβολικές δαπάνες

비슷한 말: μετρημένος, συγκρατημένος, συνετός, φρόνιμος, λογικός · 반의어: αλόγιστος, υπερβολικός

유의어·반의어

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"λελογισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λελογισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"λελογισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λελογισμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}