λιανίζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λιανίζω

  • ʎaˈni.zo

Where it comes from

λιανίζω < μεσαιωνική ελληνική λιανίζω < λιανός < αρχαία ελληνική λεῖος

verb λιανίζω · λιάνιζα · θα λιανίζω · να λιανίζω · λιανίζοντας

  1. κόβω σε λιανά κομμάτια ※ Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνστα

    Similar: κομματιάζω, κατακόβω, κατατεμαχίζω, λιανοκόβω, τεμαχίζω, ψιλοκόβω

  2. figuratively, μεταφορικά χτυπώ κάποιον δυνατά

    Similar: σπάω, ξύλο

  3. broadly, κατ’ επέκταση κατανικώ, κατατροπώνω

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λιανίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λιανίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"λιανίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λιανίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}