λογαριάζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λογαριάζω

  • lo.ɣaɾˈʝa.zo

Where it comes from

λογαριάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λογαριάζω

verb λογαριάζω · λογάριασα · λογαριάζομαι · λογαριάστηκα · λογαριασμένος

  1. κάνω αριθμητικές πράξεις για να βρω το αποτέλεσμα

    Similar: υπολογίζω

  2. προσπαθώ να εκτιμήσω ένα ορισμένο μέγεθος Μπορείς να λογαριάσεις πόσος χρόνος θα μας χρειαστεί για να ολοκληρώσουμε το σχέδιο;
  3. παίρνω υπόψη μου κάτι ή κάποιον πριν ενεργήσω, δείχνω σεβασμό στις επιπτώσεις που ίσως έχει πάνω σε άλλους μια ενέργειά μου Προκειμένου να κάνει το δικό του δεν λογαριάζει τίποτα και κανέναν.
  4. σχεδιάζω, σκέφτομαι να κάνω κάτι Λογαριάζουμε να έρθουμε να σας δούμε το Πάσχα.
  5. passive, παθητική φωνή έρχομαι σε σύγκρουση, αναμετριέμαι Θα λογαριαστούμε εμείς οι δυο.

In English

  • calculate (transitive) to determine the value or solution of sth.

Talk about this word

Cite this
MLA

"λογαριάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λογαριάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"λογαριάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λογαριάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}