λογαριάζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λογαριάζω
- lo.ɣaɾˈʝa.zo
Where it comes from
λογαριάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λογαριάζω
verb λογαριάζω · λογάριασα · λογαριάζομαι · λογαριάστηκα · λογαριασμένος
-
κάνω αριθμητικές πράξεις για να βρω το αποτέλεσμα
Similar: υπολογίζω
- προσπαθώ να εκτιμήσω ένα ορισμένο μέγεθος Μπορείς να λογαριάσεις πόσος χρόνος θα μας χρειαστεί για να ολοκληρώσουμε το σχέδιο;
- παίρνω υπόψη μου κάτι ή κάποιον πριν ενεργήσω, δείχνω σεβασμό στις επιπτώσεις που ίσως έχει πάνω σε άλλους μια ενέργειά μου Προκειμένου να κάνει το δικό του δεν λογαριάζει τίποτα και κανέναν.
- σχεδιάζω, σκέφτομαι να κάνω κάτι Λογαριάζουμε να έρθουμε να σας δούμε το Πάσχα.
- έρχομαι σε σύγκρουση, αναμετριέμαι Θα λογαριαστούμε εμείς οι δυο.
In English
- calculate (transitive) to determine the value or solution of sth.
Talk about this word "λογαριάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. λογαριάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "λογαριάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λογαριάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}