υπολογίζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπολογίζω

Where it comes from

υπολογίζω < αρχαία ελληνική ὑπολογίζομαι

verb υπολογίζω

  1. κάνω αριθμητικές πράξεις για να βρω το αποτέλεσμα

    Similar: λογαριάζω

  2. προσπαθώ να εκτιμήσω ένα ορισμένο μέγεθος μπορείς να υπολογίσεις πόσος χρόνος θα μας χρειαστεί για να ολοκληρώσουμε το σχέδιο;
  3. παίρνω υπόψη μου κάτι ή κάποιον πριν ενεργήσω, δείχνω σεβασμό στις επιπτώσεις που ίσως έχει πάνω σε άλλους μια ενέργειά μου προκειμένου να κάνει το δικό του δεν υπολογίζει τίποτα και κανέναν
  4. σχεδιάζω, σκέφτομαι να κάνω κάτι υπολογίζουμε να έρθουμε να σας δούμε το Πάσχα
  5. ελπίζω ότι κάποιος θα με βοηθήσει υπολογίζουμε στη βοήθειά σας

In English

  • calculate (transitive) to determine the value or solution of sth.
  • extract to determine
  • assess to determine the value of

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπολογίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υπολογίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"υπολογίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπολογίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}