λογική

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λογική

Where it comes from

λογική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου λογικός

noun λογική · λογικής

  1. γνώση που βασίζεται και πηγάζει από αυστηρούς κανόνες αληθείας ※ Ο φοβισμός ή φωβισμός [από τη γαλλική λέξη fauves (: αγρίμια, θηρία), επειδή οι κριτικοί θεώρησαν πως οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες ζωγράφιζαν παραμορφωτικά, σαν «θηρία»] εμφανίστηκε το 1905 και υποστήριξε με πάθος την επικράτηση του ενστίκτου στη λογική, του καθαρού χρώματος στη μορφή. Οι φοβιστές
  2. μαθηματικά κλάδος των καθαρών μαθηματικών

adjective λογική · λογικής

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογικός

In English

  • logic method of human thought
  • reason (the capacity of the human mind for) rational thinking
  • sense sound judgement
  • sanity the condition of being sane

Talk about this word

Cite this
MLA

"λογική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λογική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"λογική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λογική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}