λυπημένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λυπημένος¹
Where it comes from
λυπημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου λυπώ, λυπάμαι και λυπούμαι
verb λυπημένος · λυπημένη · λυπημένο · λυπημένου · λυπημένης
- που νιώθει λύπη ※ Ο βασιλιάς όμως, βυθισμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει τους Βίκινγκς, ξεχάστηκε εντελώς. Φυσικά το καρβέλι έγινε κάρβουνο και, όταν επέστρεψε η γυναίκα, κουρασμένη και πεινασμένη, έβαλε τις φωνές στον Αλφρέδο, ο οποίος, μετανιωμένος και λυπημένος, της ζήτησε πολλ
Similar: θλιμμένος, στεναχωρημένος, στενοχωρημένος
Λυπημένος²
Where it comes from
Λυπημένος < λυπημένος
proper noun Λυπημένος · Λυπημένοι · Λυπημένου · Λυπημένων · Λυπημένο · Λυπημένους
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
verb
Similar: θλιμμένος, στεναχωρημένος, στενοχωρημένος
In English
- sad feeling sorrow
Talk about this word "λυπημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%85%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λυπημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%85%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "λυπημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%85%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λυπημένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%85%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}