λόγος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λόγος¹
- ˈlo.ɣos
Where it comes from
λόγος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λόγος < πρωτοελληνική *lógos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leǵ- (συλλέγω, συγκεντρώνω)
noun λόγος · λόγοι · λόγια · λόγου · λόγων · λόγο
- η ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί με τη γλώσσα και η ίδια η γλώσσα ως οργανωμένο σύστημα σημείων το χάρισμα του λόγου, γραπτός λόγος
- αυτό που λέγεται, τα λόγια, η κουβέντα, η λεκτική μετάδοση (της) πληροφορίας και κάποιες φορές και το νόημά της/η σημασία της πικρό λόγο δεν άκουσα από τα χείλη της
- η δημόσια ομιλία έβγαλε λόγο
- η υπόσχεση ο λόγος μου είναι συμβόλαιο
- η απολογία ή ο απολογισμός που δίνει κάποιος για τις ενέργειές του θα δώσεις λόγο για τις πράξεις του
- η λογική ικανότητα του ανθρώπου ο ορθός λόγος
- η αιτία είχε τους λόγους του για να το κάνει αυτό
- η σχέση δύο μεγεθών εκφρασμένη σε κλάσμα, η αναλογία ο λόγος των δύο πλευρών ενός τριγώνου
- ο Χριστός
- ο Λόγος του Θεού, η διδασκαλία του θεού
- β' πληθυντικός σε ουδέτερο γένος: Τα λόγια
Λόγος²
Where it comes from
Λόγος < λόγος
proper noun Λόγος · Λόγοι · Λόγου · Λόγων · Λόγο · Λόγους
- ανδρικό επώνυμο
In English
- word unit of language
- language the ability to communicate using words
- cause source or reason of an event or action
- reason that which causes: a cause
- speech vocal communication
- purpose reason for doing something
- ratio number representing comparison
- logos form of rhetoric in which the writer or speak uses logic
- Logos (Christianity) the Word of God
Talk about this word "λόγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. λόγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82 "λόγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λόγος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}