λόγχη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λόγχη¹
- ˈloŋ.çi
Where it comes from
λόγχη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λόγχη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₂k- (χτυπώ)
noun λόγχη · λόγχες · λόγχης · λογχών
- η μεταλλική αιχμή ενός δόρατος ※ δέν ἠμπόρεσαν νά περάσουν ἀπό τά τουρκικά ταμπούρια, ὁ μπαϊρακτάρης ὁ ἐδικός μου καὶ τοῦ Ζαήμη πλησιάζουν εἰς τὰς πτέρυγας τῶν Τούρκων , ὁ μπαϊρακτάρης τοῦ Ζαήμη τοὺς ἐπρωτοτσάκισε , ἀφοῦ ἐσκότωσε τρεῖς μὲ τὴν λόγχην τοῦ μπαϊρακιοῦ (Ο γέρων Κολοκοτρώνης, τόμος Α΄, Αθήνα, Γραφείον της Εστίας, 1889,
- το δόρυ
- η ξιφολόγχη του τουφεκιού
- λειτουργικό σκεύος που παραπέμπει στη λόγχη του σταυρικού μαρτυρίου και με το οποίο ο ιερέας κόβει τον άρτο
Λόγχη²
Where it comes from
Λόγχη < γενική ενικού του αρσενικού Λόγχης
proper noun Λόγχη · Λόγχης · Lonchi
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "λόγχη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%87%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. λόγχη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%87%CE%B7 "λόγχη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%87%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λόγχη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%87%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}