믹윈

μάγουλο

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

μάγουλο

  • ˈma.ɣu.lo

어원

μάγουλο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μάγουλον < υστερολατινική magulum

명사 μάγουλο · μάγουλα · μάγουλου · μάγουλων

  1. ανατομία το σχετικά πιο μαλακό τμήμα του προσώπου κάτω από τα μήλα και έως τα αφτιά, τη μύτη και το σαγόνι, το εξωτερικό μέρος του μυικού ιστού που περιβάλλει τα πλάγια τμήματα της στοματικής κοιλότητας ※ Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)

    비슷한 말: παρειά

  2. broadly, figuratively, μεταφορικά, κατ’ επέκταση τα προεξέχοντα τμήματα διαφόρων αντικειμένων, που μοιάζουν με μάγουλα

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"μάγουλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μάγουλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF

Chicago

"μάγουλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μάγουλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}