μάντρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάντρα
- ˈman.dɾa
- ˈman.tɾa
Where it comes from
μάντρα < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική μάνδρα που προφερόταν με [nd]
noun μάντρα · μάντρες · μάντρας · μαντρών
- οικόπεδο, συνήθως περιφραγμένο, που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και την πώληση οικοδομικών υλικών, αυτοκινήτων κλπ ※ Ήταν ένας «μαντράς», ξέρεις έχει μάντρα με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, αυτός αγόραζε και σκάφη και τα είχε και αυτά με τα τροχήλατα στη μάντρα! (Αριστομένης Φλουράκης, Τα θαύματα των Χαιρετισμών…σήμερα, εκδ. Γράμμα-Πρόμαχος, 2018, σ. 186-189)
- ο τοίχος που περιβάλλει το οικόπεδο, ο μαντρότοιχος ※ τους πήγε, μαζί με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί παραόξω, που μόλις κάνουν πως αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ’ ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι και βοτάνια του βουνο
- το μαντρί, η στάνη
noun μάντρα · μάντρες · μάντρας · μαντρών
- συλλαβές που επαναλαμβάνουν οι διαλογιζόμενοι ως μορφή επίκλησης
In English
Talk about this word "μάντρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. μάντρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1 "μάντρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάντρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}