μάστορας

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

μάστορας¹

De unde vine

μάστορας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάστορας < *μαΐστορας < *μαγίστορας < ελληνιστική κοινή μαγίστωρ < λατινική magister

substantiv μάστορας · μάστορες · μαστόροι · μάστορα · μαστόρων

  1. ειδικευμένος τεχνίτης με μεγάλη πείρα και υψηλή τεχνική κατάρτιση ※ σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες (Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό)
  2. επάγγελμα χτίστης
  3. ο αρχιτεχνίτης ※ Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. (Κωνσταντίνος Χρη
  4. figuratively, μεταφορικά κάποιος πολύ επιδέξιος σε έναν τομέα, που έχει παρουσιάσει αξιόλογο έργο μάστορας του λόγου
  5. familiar, προσφώνηση λαϊκότροπο, οικείο ως προσφώνηση Ρε μάστορα, πάρε το αυτοκίνητό σου από κει και μας έχει κλείσει το δρόμο!

Μάστορας²

  • ˈma.sto.ɾas

De unde vine

Μάστορας < επάγγελμα μάστορας

substantiv propriu Μάστορας · Μαστοραίοι · Μάστορα · Μαστοραίων · Μαστοραίους

  1. ανδρικό επώνυμο

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"μάστορας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μάστορας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"μάστορας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μάστορας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}