μέλος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μέλος¹
- ˈme.los
Where it comes from
μέλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mel- (μέλος, άκρο του σώματος)
noun μέλος · μέλη · μέλους · μελών
- τμήμα του σώματος το οποίο εκτελεί συγκεκριμένη εργασία (πχ. πόδι, χέρι, κεφάλι, δάκτυλο)
- οποιοδήποτε τμήμα οργανισμού ιδιαίτερης λειτουργίας
- ο άνθρωπος που συμμετέχει σε επιτροπή, αποστολή, συμβούλιο, σωματείο κ.λπ.
- κάθε χώρα (κράτος) συνασπισμού χωρών (οικονομικού, θρησκευτικού, εμπορικού, συμμαχικού κ.λπ)
- άνθρωπος ο οποίος εντάσσεται σε μια ομάδα ή ένα κοινωνικό σύνολο με συγκεκριμένο σκοπό και δραστηριότητα
- το χορικό ή λυρικό άσμα
- η μελωδία
- συνώνυμο του στοιχείο συνόλου
- μία από τις οντότητες (μεταβλητές, τύποι δεδομένων, συναρτήσεις, κλπ.) που απαρτίζουν μία δομή δεδομένων
Μέλος²
Where it comes from
Μέλος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μέλος · Melos
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μέλου)
In English
Talk about this word "μέλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. μέλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82 "μέλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μέλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}