μέλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μέλος¹

  • ˈme.los

Where it comes from

μέλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mel- (μέλος, άκρο του σώματος)

noun μέλος · μέλη · μέλους · μελών

  1. ανατομία τμήμα του σώματος το οποίο εκτελεί συγκεκριμένη εργασία (πχ. πόδι, χέρι, κεφάλι, δάκτυλο)
  2. οποιοδήποτε τμήμα οργανισμού ιδιαίτερης λειτουργίας
  3. ο άνθρωπος που συμμετέχει σε επιτροπή, αποστολή, συμβούλιο, σωματείο κ.λπ.
  4. κάθε χώρα (κράτος) συνασπισμού χωρών (οικονομικού, θρησκευτικού, εμπορικού, συμμαχικού κ.λπ)
  5. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος ο οποίος εντάσσεται σε μια ομάδα ή ένα κοινωνικό σύνολο με συγκεκριμένο σκοπό και δραστηριότητα
  6. μουσική το χορικό ή λυρικό άσμα
  7. μουσική η μελωδία
  8. θεωρία συνόλων συνώνυμο του στοιχείο συνόλου
  9. πληροφορική μία από τις οντότητες (μεταβλητές, τύποι δεδομένων, συναρτήσεις, κλπ.) που απαρτίζουν μία δομή δεδομένων

Μέλος²

Where it comes from

Μέλος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Μέλος · Melos

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μέλου)

In English

  • limb major appendage of human or animal
  • member one who officially belongs to a group
  • appendage external body part

Talk about this word

Cite this
MLA

"μέλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μέλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"μέλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μέλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}