στοιχείο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στοιχείο

  • stiˈçi.o

Where it comes from

στοιχείο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στοιχεῖον Συγκρίνετε με το στοιχειό.

:* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική élément ή principe

noun στοιχείο · στοιχεία · στοιχείου · στοιχείων

  1. το μέρος μιας σειράς, ενός συνόλου Η ειλικρίνεια είναι στοιχείο του χαρακτήρα του.
  2. χημεία το φυσικό σώμα που δεν μπορεί να διαιρεθεί σε άλλα φυσικά σώματα με τις συνηθισμένες χημικές μεθόδους που δεν παρεμβαίνουν στον πυρήνα του ατόμου. ο περιοδικός πίνακας των στοιχείων
  3. χαρακτηριστικό ή ιδιότητα Σ' αυτή τη σκηνή είναι έντονο το τραγικό στοιχείο.
  4. χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που βοηθούν στην αναγνώριση προσώπου ή αντικειμένου Ο αστυνομικός μετά το ατύχημα ζήτησε από τους οδηγούς τα στοιχεία των ίδιων και των αυτοκινήτων τους.
  5. το γεγονός ή εύρημα που οδηγεί στην υποστήριξη μιας άποψης ή στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης Ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε ελλείψει στοιχείων.
  6. plural, πληθυντικός σύντομες πληροφορίες Βιογραφικά στοιχεία
  7. υποσύνολο ενός πληθυσμού Η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στις ΗΠΑ είναι έντονη.
  8. letter, τυπογραφία, γράμμα το μεταλλικό αντικείμενο σε σχήμα γράμματος που χαρακτηρίζεται από ορισμένη μορφή, μέγεθος κ.λπ.· ο τυπογραφικός χαρακτήρας Το περιοδικό θα τυπωθεί με στοιχεία 10 στιγμών.
  9. θεωρία συνόλων οντότητα, αντικείμενο που ανήκει (είναι μέλος) σε ένα συνόλου

    Similar: μέλος

  10. (πληροφορική, HTML) αντικείμενο ή εντολή σε γλώσσα σήμανσης, που συνήθως ορίζονται με ετικέτες, όπως το στοιχείο: <h1>Μια επικεφαλίδα ... </h1> της HTML, που ορίζεται με τις ετικέτες <h1> και </h1>.
  11. (πληροφορική, XML) αντικείμενο που περιγράφει δεδομένα

In English

  • cell component of an electrical battery
  • element simplest or essential part or principle of anything

Talk about this word

Cite this
MLA

"στοιχείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στοιχείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Chicago

"στοιχείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στοιχείο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}