στοιχείο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στοιχείο
- stiˈçi.o
Where it comes from
στοιχείο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στοιχεῖον Συγκρίνετε με το στοιχειό.
:* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική élément ή principe
noun στοιχείο · στοιχεία · στοιχείου · στοιχείων
- το μέρος μιας σειράς, ενός συνόλου Η ειλικρίνεια είναι στοιχείο του χαρακτήρα του.
- το φυσικό σώμα που δεν μπορεί να διαιρεθεί σε άλλα φυσικά σώματα με τις συνηθισμένες χημικές μεθόδους που δεν παρεμβαίνουν στον πυρήνα του ατόμου. ο περιοδικός πίνακας των στοιχείων
- χαρακτηριστικό ή ιδιότητα Σ' αυτή τη σκηνή είναι έντονο το τραγικό στοιχείο.
- χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που βοηθούν στην αναγνώριση προσώπου ή αντικειμένου Ο αστυνομικός μετά το ατύχημα ζήτησε από τους οδηγούς τα στοιχεία των ίδιων και των αυτοκινήτων τους.
- το γεγονός ή εύρημα που οδηγεί στην υποστήριξη μιας άποψης ή στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης Ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε ελλείψει στοιχείων.
- σύντομες πληροφορίες Βιογραφικά στοιχεία
- υποσύνολο ενός πληθυσμού Η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στις ΗΠΑ είναι έντονη.
- το μεταλλικό αντικείμενο σε σχήμα γράμματος που χαρακτηρίζεται από ορισμένη μορφή, μέγεθος κ.λπ.· ο τυπογραφικός χαρακτήρας Το περιοδικό θα τυπωθεί με στοιχεία 10 στιγμών.
-
οντότητα, αντικείμενο που ανήκει (είναι μέλος) σε ένα συνόλου
Similar: μέλος
- (πληροφορική, HTML) αντικείμενο ή εντολή σε γλώσσα σήμανσης, που συνήθως ορίζονται με ετικέτες, όπως το στοιχείο: <h1>Μια επικεφαλίδα ... </h1> της HTML, που ορίζεται με τις ετικέτες <h1> και </h1>.
- (πληροφορική, XML) αντικείμενο που περιγράφει δεδομένα
In English
Talk about this word "στοιχείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. στοιχείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF "στοιχείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στοιχείο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}