μέσα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μέσα¹

  • ˈme.sa

Where it comes from

μέσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέσα με αποβολή της κατάληξης -α και συμπροφορά με [a] που ακολουθεί όπως μέσα από > μέσ' από < αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μέσος

: Επίσης, ως επίθετο και ουσιαστικοποιημένο.

adverb μέσα

  1. στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου Όταν ήμουν μέσα στο αεροπλάνο, η κλειστοφοβία μου ήταν έντονη.
  2. με κατεύθυνση το εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου Βάλε τις αποσκευές μέσα στο αυτοκίνητο!
  3. σε κάποια κατάσταση Έζησε μέσα τις κακουχίες.
  4. σε κάποια χρονικά όρια Θέλω να παραδώσω την εργασία μέσα σε ένα μήνα.
  5. σε κάποια χρονική στιγμή Θα κάνω διακοπές μέσα στον επόμενο μήνα.
  6. δηλώνει συμμετοχή είναι μέσα στην ομάδα μας
  7. δηλώνει συμφωνία, κατάφαση Θες να έρθεις μαζί μας στο θέατρο; -Μέσα.

    Similar: ναι, βέβαια, οπωσδήποτε · Opposite: όχι, καθόλου, με τίποτα

noun μέσα

  1. figuratively, μεταφορικά τα σωθικά
  2. αυτό που βρίσκεται μέσα, στο εσωτερικό

adjective μέσα

  1. εσωτερικός, ενδότερος ο μέσα τοίχος, η μέσα αυλή

adjective μέσα

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μέσο) του μέσος

noun μέσα

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέσο

Μέσα²

  • ˈme.sa

Where it comes from

Μέσα (σε τοπωνύμια) < μέσα, στην από μέσα πλευρά

:* Δε φαίνεται να απαντά σε σύνθεση. Κατά τον Μηλιαράκη η σημασία «ἔνδον» (μέσα) εκφέρεται «πάντοτε αυτοτελώς, ουχί εν συνθέσει». Οπως, Μέσα Βουνό (< μέσα) σε αντίθεση με τη σημασία μέση, όπως Μεσοβούνι (στη μέση του βουνού). → δείτε και τη λέξη Μεσαγρός

adverb Μέσα

  1. πρώτος όρος πολυλεκτικών τοπωνυμίων της δημοτικής που δηλώνει ότι το δεύτερο μέλος της έκφρασης βρίσκεται σε χώρο μέσα, ή στη μέσα μεριά τα Μέσα Βουνά

In English

  • inside within the interior (position)
  • media means and institutions for publishing and broadcasting information
  • within spatially enclosed by

Talk about this word

Cite this
MLA

"μέσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μέσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1

Chicago

"μέσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μέσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}