μέσα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μέσα¹
- ˈme.sa
Where it comes from
μέσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέσα με αποβολή της κατάληξης -α και συμπροφορά με [a] που ακολουθεί όπως μέσα από > μέσ' από < αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μέσος
: Επίσης, ως επίθετο και ουσιαστικοποιημένο.
adverb μέσα
- στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου Όταν ήμουν μέσα στο αεροπλάνο, η κλειστοφοβία μου ήταν έντονη.
- με κατεύθυνση το εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου Βάλε τις αποσκευές μέσα στο αυτοκίνητο!
- σε κάποια κατάσταση Έζησε μέσα τις κακουχίες.
- σε κάποια χρονικά όρια Θέλω να παραδώσω την εργασία μέσα σε ένα μήνα.
- σε κάποια χρονική στιγμή Θα κάνω διακοπές μέσα στον επόμενο μήνα.
- δηλώνει συμμετοχή είναι μέσα στην ομάδα μας
-
δηλώνει συμφωνία, κατάφαση
Θες να έρθεις μαζί μας στο θέατρο; -Μέσα.
Similar: ναι, βέβαια, οπωσδήποτε · Opposite: όχι, καθόλου, με τίποτα
noun μέσα
- τα σωθικά
- αυτό που βρίσκεται μέσα, στο εσωτερικό
adjective μέσα
- εσωτερικός, ενδότερος ο μέσα τοίχος, η μέσα αυλή
adjective μέσα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μέσο) του μέσος
noun μέσα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέσο
Μέσα²
- ˈme.sa
Where it comes from
Μέσα (σε τοπωνύμια) < μέσα, στην από μέσα πλευρά
:* Δε φαίνεται να απαντά σε σύνθεση. Κατά τον Μηλιαράκη η σημασία «ἔνδον» (μέσα) εκφέρεται «πάντοτε αυτοτελώς, ουχί εν συνθέσει». Οπως, Μέσα Βουνό (< μέσα) σε αντίθεση με τη σημασία μέση, όπως Μεσοβούνι (στη μέση του βουνού). → δείτε και τη λέξη Μεσαγρός
adverb Μέσα
- πρώτος όρος πολυλεκτικών τοπωνυμίων της δημοτικής που δηλώνει ότι το δεύτερο μέλος της έκφρασης βρίσκεται σε χώρο μέσα, ή στη μέσα μεριά τα Μέσα Βουνά
In English
Talk about this word "μέσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. μέσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1 "μέσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μέσα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}