μέτωπο

Ελληνικά · Sinónimos y antónimos

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

μέτωπο

  • ˈme.to.po

De dónde viene

μέτωπο < αρχαία ελληνική μέτωπον < μετά + ὤψ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-

: (μετεωρολογική και στρατιωτική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική front

sustantivo μέτωπο · μέτωπα · μετώπου · μέτωπου · μετώπων

  1. ανατομία το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά ※ Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκ
  2. broadly, κατ’ επέκταση το μπροστινό τμήμα (π.χ. ενός κτιρίου)

    Parecidas: πρόσοψη

  3. η κατεύθυνση προς την οποία κοιτάζει κάποιος ή κάτι
  4. στρατιωτικός όρος η στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της
  5. broadly, κατ’ επέκταση, στρατιωτικός όρος χώρος εντός του οποίου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις

    Parecidas: πρώτη γραμμή · Contrario: μετόπισθεν

  6. ζώνη εντός της οποίας γίνεται κάτι ※ Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)
  7. κοινή δράση ατόμων ή ομάδων, συμμαχία για κοινό σκοπό
  8. μετεωρολογία αέρια ζώνη με κοινά χαρακτηριστικά πίεσης, θερμοκρασίας κ.λπ. ψυχρό μέτωπο

En inglés

  • front public face of covert organisation
  • forehead part of face above eyebrows
  • front line military boundary between opposing positions

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"μέτωπο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%89%CF%80%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μέτωπο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%89%CF%80%CE%BF

Chicago

"μέτωπο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%89%CF%80%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μέτωπο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%89%CF%80%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}