μανία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μανία
- maˈni.a
Where it comes from
μανία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μανία
noun μανία · μανίες · μανίας
- οξεία διαταραχή των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου· τα συμπτώματά της είναι η υπερκινητικότητα, η έξαρση της φαντασίας, διάσπαση της προσοχής, έμμονες ιδέες, αχαλίνωτη ροή λόγου κ.λπ.
- έντονη εμμονή κάποιου για κάτι που το επιδιώκει ή ασχολείται παθιασμένα με αυτό ※ Ξέρω πως αυτή μου η μανία να εξαρτώ από τυχαία γεγονότα την έκβαση ουσιαστικών για μένα πραγμάτων είναι κάτι έξω από κάθε λογική. (Γιώργος Βέης, Αλέξανδρος Μπάρας, εκδ. Γαβριηλίδης, 2004, σελ. 37)
- μεγάλη ένταση ενός φυσικού φαινομένου
- οργή
- παραφροσύνη
- μίσος
- υπερβολική αγάπη προς κάτι ή κάποιον
In English
Talk about this word "μανία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. μανία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1 "μανία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μανία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}