μανία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μανία

  • maˈni.a

Where it comes from

μανία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μανία

noun μανία · μανίες · μανίας

  1. ψυχιατρική οξεία διαταραχή των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου· τα συμπτώματά της είναι η υπερκινητικότητα, η έξαρση της φαντασίας, διάσπαση της προσοχής, έμμονες ιδέες, αχαλίνωτη ροή λόγου κ.λπ.
  2. έντονη εμμονή κάποιου για κάτι που το επιδιώκει ή ασχολείται παθιασμένα με αυτό ※ Ξέρω πως αυτή μου η μανία να εξαρτώ από τυχαία γεγονότα την έκβαση ουσιαστικών για μένα πραγμάτων είναι κάτι έξω από κάθε λογική. (Γιώργος Βέης, Αλέξανδρος Μπάρας, εκδ. Γαβριηλίδης, 2004, σελ. 37)

    Similar: λόξα, πάθος, ψύχωση

  3. figuratively, μεταφορικά μεγάλη ένταση ενός φυσικού φαινομένου
  4. οργή
  5. παραφροσύνη
  6. μίσος
  7. υπερβολική αγάπη προς κάτι ή κάποιον

In English

  • mania an excessive enthusiasm or desire; an obsession
  • obsession unhealthy fixation
  • fury extreme anger

Talk about this word

Cite this
MLA

"μανία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μανία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1

Chicago

"μανία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μανία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}