μανσέτα
Ελληνικά
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
μανσέτα
- manˈse.ta
Nó đến từ đâu
μανσέτα < (λόγιο δάνειο) γαλλική manchette + κατάληξη θηλυκού -α
danh từ μανσέτα · μανσέτες · μανσέτας · μανσετών
- το κάτω τμήμα του μανικιού ενός πουκάμισου, στον καρπό, εκεί που κουμπώνουν τα μανικετόκουμπα, και το οποίο είναι συνήθως ενισχυμένο για να φθείρεται πιο δύσκολα ※ Καίει το μέτωπό μου, καίει ο σβέσκος μου, οι μανσέτες απ' το πουκάμισο πληγώνουν τους καρπούς των χεριών μου. (Γιάννης Ξανθούλης (1989) Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας [μυθιστόρημα])
- κίνηση της πετοσφαίρισης στην οποία ο παίκτης δίνει πάσα με τη μπάλα να χτυπά στον καρπό του
Bằng tiếng Anh
- cuff the end of a shirt sleeve that covers the wrist
Trò chuyện về từ này "μανσέτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. μανσέτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%84%CE%B1 "μανσέτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%84%CE%B1.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {μανσέτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}